Παρανορμαλά αντικείμενα, πειραματική ψυχική εξέταση
Παρανορμαλά αντικείμενα έναντι αντικειμένων
14 Οκτώβριος 2002
Έβδομη μέρος
Μέθοδος της αναγκαστικής επιλογής.
Πριν από λίγα χρόνια, ένας φίλος, με καλές προθέσεις, είχε φτιάξει ένα είδος «πυροβόλου κύματος ψυχικής ενέργειας». Με άλλους πειραματιζόταν με αυτή τη συσκευή. Μία από τις εκδοχές περιελάμβανε τη χρήση δύο συγκεντρικών σολενοειδών, τα οποία είχαν ενωθεί μεταξύ τους και διαρρέονταν από ρεύματα αντίθετης φοράς, έτσι ώστε να δημιουργούν «μηδενικό πεδίο». Όλα αυτά συνδέονταν με μία θεωρία που δεν είχα καλά κατανοήσει, την οποία αναγνωρίζω. Ένας μέρα, ενθουσιασμένος και βέβαιος για τα αποτελέσματά του, με πρόσκλησε να γίνω ο υποκείμενος ενός πειράματος. Με το «πυροβόλο» να στοχεύει στο μέτωπό μου, σε απόσταση μερικών μέτρων, έπρεπε να «εξεγείρει το τρίτο μου μάτι».
- Νιώθεις κάτι; .... - Με την ευκαιρία.......
Ένας μέσος που είχε υποβληθεί σε αυτά τα δοκιμαστικά τις προηγούμενες ημέρες, είχε καταφέρει να γυρίσει στο έδαφος, αφού του είχε δοθεί αυτό το σήμα, που του φαινόταν ανυπόφορο. Μετά από λίγο, είπα στο φίλο μου:
- Θα δούμε αν νιώθω κάτι ή τίποτα. Πάρε μία νομίσματα. Ας πούμε ότι το 1 είναι η μία όψη και το 2 η άλλη. Με αυτή την απλή συσκευή θα δημιουργήσουμε μία σειρά από ζεύγη:
1 - 1 - 2 - 1 - 1 - 2 - 1 - 2 - 2 - 2 - 1 - 2 κλπ.......
- Ποιος είναι ο σκοπός αυτού; - Αντί να μου προσφέρεις το ερέθισμα μία φορά και να με ρωτήσεις αν το ένιωσα ή όχι, θα δημιουργήσουμε ένα σύστημα «αναγκαστικής επιλογής». Θα ανακοινώσεις ένα «ζεύγος δοκιμών» σύμφωνα με τη διαδικασία:
Πρώτη δοκιμή......... (περιμένεις λίγα δευτερόλεπτα)
Δεύτερη δοκιμή.... (περιμένεις ξανά λίγα δευτερόλεπτα)
Ακολουθώντας τη σειρά αριθμών που προέκυψε από την «κορώνα ή γράμματα», θα τοποθετήσεις το ερέθισμα στην πρώτη δοκιμή και θα μηδενίσεις το δεύτερο, όταν ο αριθμός είναι 1, και θα αντιστρέψεις τη διαδικασία όταν είναι 2. Μόλις στείλεις αυτό το ζεύγος δοκιμών, δεν θα με ρωτήσεις αν ένιωσα, αλλά σε ποια από τις δύο δοκιμές βρισκόταν το ερέθισμα. Έτσι θα βρίσκομαι σε κατάσταση «αναγκαστικής επιλογής». Δεν θα μπορούσα να μην απαντήσω. Και αν νιώσω ότι δεν ένιωσα τίποτα ούτε στην πρώτη δοκιμή, ούτε στη δεύτερη, θα μου απαιτήσεις μία απάντηση, όποια κι αν είναι.
*- Και τότε; - Μετά, θα μετρήσεις τις σωστές απαντήσεις. Αν πραγματικά νιώσω κάτι, με πολύ ξεκάθαρο τρόπο, ο ποσοστός θα είναι υψηλός. - Και αν δεν νιώσω τίποτα, θα είναι μηδέν; - Όχι, θα είναι 50%. Ανάλογα με την ένταση του ερεθίσματος, ο ποσοστός σωστών απαντήσεων θα αυξηθεί, εφόσον το υποκείμενο νιώσει κάτι. Στην πειραματική ψυχολογία, αυτό είναι ένας κλασικός τρόπος για να αποκαλυφθεί το φαινόμενο της υποσυνείδητης αντίληψης, οπτικής, ακουστικής, αφηρητικής. Για την όραση, το υποκείμενο τοποθετείται σε ένα δωμάτιο εντελώς σκοτεινό. Στη συνέχεια, του αποστέλλεται ένα πολύ αδύναμο φωτεινό σήμα. Κάθε φορά πρέπει να απαντήσει. Το ίδιο πρωτόκολλο σε ηχητική σιγουριά με ένα ήχο. Το ευχάριστο είναι ότι μπορείς να επιτύχεις ποσοστό απαντήσεων σημαντικά υψηλότερο του 50% (υπάρχουν μαθηματικές μέθοδοι που επιτρέπουν να αξιολογηθεί η «στατιστική σημαντικότητα» της θετικής απάντησης), παρόλο που έχεις την αίσθηση ότι δεν ένιωσες τίποτα και ότι, σε κάθε ζεύγος δοκιμών, δεν έκανες τίποτα περισσότερο από το να απαντήσεις τυχαία. *

Όλα αυτά αντιστοιχούν σε αυτό που ονομάζεται «θεωρία του σήματος». Αν υποθέσουμε ότι η μη αντίληψη του σήματος σχετίζεται με το γεγονός ότι είναι κρυμμένο σε «γκαουσιανό θόρυβο», τότε η θεωρητική καμπύλη, που φαίνεται παραπάνω, έχει τη μορφή ενός «σιγμοειδούς» (εύκολη άσκηση για τους μαθητές).
Δραστηριοποιηθήκαμε όπως είχα προτείνει και το ποσοστό σωστών απαντήσεών μου ήταν 52%. Δεν ήταν «στατιστικά σημαντικό». Άρα το τρίτο μου μάτι ήταν εντελώς ανευρετικό στα ψυχικά κύματα. Τα πράγματα γίνονταν δύσκολα όταν ο ίδιος έγινε υποκείμενος και η επίδοσή του αποδείχθηκε παρόμοια με τη δική μου. Αφού αυτό το «πυροβόλο» ψυχικών κυμάτων είχε κοστίσει πολλά εκατομμύρια παλαιά, έφυγα... με τα πόδια στην άκρη. Δεν μετρώ τις φορές που η απλή εισαγωγή λίγης μεθοδολογίας σε ένα πείραμα κατέληξε σε καταστροφή.
Τελευταίη παρατήρηση: για να αποκλειστεί κάθε αντικείμενο, θα έπρεπε να ελέγχεται το πείραμα από έναν υπολογιστή (ο οποίος θα καθορίζει το χρονισμό και θα εμφανίζει τα μηνύματα σε ένα οθόνη), και όχι από άνθρωπο. Πράγματι, δεν υπάρχει πιο εύκολο για τον εκτελεστή να δείξει στο υποκείμενο τη θέση του ερεθίσματος, αλλάζοντας την προφορά ή την ένταση της φωνής του, τη γραμματική του (αν είναι ορατός) ή απλώς τη διάρκεια των δύο ενεργειών, γνωρίζοντας ότι μεταξύ εκτελεστή και υποκειμένου μπορεί να δημιουργηθεί ανεπαίσθητη συμφωνία, με καλές προθέσεις, το ενδεχόμενο να είναι, όπως γνωρίζουμε, γεμάτο από τις καλύτερες προθέσεις του κόσμου.
Προηγούμενη σελίδα Επόμενη σελίδα
Επιστροφή στις Νέες Ειδήσεις Επιστροφή στο Εγχειρίδιο Αριθμός επισκέψεων από την 14η Οκτωβρίου 2002: